© 2017 Kokkalis Foundation. Proudly created by Designature.

Επικοινωνήστε μαζί μας

Τηλ: +30 216 8003090-91

Fax: +30 216 8003109

kf@kokkalisfoundation.gr

  • White Facebook Icon

Ηροδότου 23, 106 74

Αθήνα, Ελλάδα

ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΚΚΑΛΗ

Πέτρος Σωκρ. Κόκκαλης

( 18. 9. 1896  -  15. 1. 1962 )

Κορυφαίος Ιατρός με ανθρωπιστικές ευαισθησίες και κοινωνικό όραμα

 

Του  Θανάση Χρήστου,

Αναπληρωτή Καθηγητή Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας 

του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Ο Καθηγητής Πέτρος Κόκκαλης είδε το πρώτο φως της ζωής στις 18 Σεπτεμβρίου 1896 στη Λιβαδειά ως το δευτερότοκο παιδί του Αραχωβίτη φιλολόγου-γυμνασιάρχη Σωκράτη Δήμ. Κόκκαλη (1856 – 1944) και της Λιβαδείτισσας Πολυξένης Πέτρ. Νάκου (1866 – 1937), έχοντας ως γενάρχη το Λουκά Αλέξ. Κόκκαλη (1755-1838) ∙ έναν από τους Πληρεξούσιους της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης της Τροιζήνας (1827), που προσκάλεσε τον Ιωάννη Καποδίστρια (1776-1831) στην επαναστατημένη Ελλάδα.

Ολοκλήρωσε τις εγκύκλιες σπουδές του στην Αθήνα και το Ναύπλιο (3 Ιουλίου 1911) με άριστα και στις 28 Σεπτεμβρίου 1911 γράφθηκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ στις 16 Οκτωβρίου 1913 συνέχισε τις σπουδές του στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βερολίνου, μπαίνοντας ταυτόχρονα στο στενό κύκλο των φίλων και μαθητών του τότε Πρύτανη Max Planck (1858 – 1947) και αργότερα νομπελίστα της Φυσικής (1918). Τον Ιούλιο του 1914 και λίγο πριν από την έκρηξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου  πέρασε με επιτυχία τις δύσκολες εξ αντικειμένου εξετάσεις του προδιπλώματος των σπουδών του (Physikum), υποβάλλοντας αμέσως μετά αίτηση στράτευσης στο γερμανικό στρατό, χωρίς όμως αυτή να εγκριθεί με το επιχείρημα ότι ήταν αλλοδαπός.

Στις 15 Απριλίου 1915 μετακινήθηκε στην ομόλογη σχολή της Ζυρίχης, υπηρετώντας για ένα χρόνο ως βοηθός του σπουδαίου Γερμανού Καθηγητή της Χειρουργικής Ernest Ferdinand Sauerbruch (1875-1951).            

 

Στις 8 Μαΐου 1916 συνέχισε τις σπουδές του στη Βέρνη, δίπλα στον εξίσου διαπρεπή Καθηγητή της Χειρουργικής και νομπελίστα (1909) Theodor Kocher (1841-1917). Στις 19 Δεκεμβρίου 1917 έδωσε τις κρατικές εξετάσεις (Staatsexamen) και πήρε το πτυχίο του Ιατρού, ενώ στις 22 Ιανουαρίου 1919 ολοκλήρωσε τις σπουδές του, κατακτώντας τον επίζηλο τίτλο του διδάκτορα της Ιατρικής.

Αμέσως, ο νεαρός Ιατρός άρχισε να εργάζεται ως βοηθός του Καθηγητή Fritz de Quervain (1868 -1940) στη Βέρνη και από τον Οκτώβριο του 1919 συνέχισε στο Μόναχο πάλι ως βοηθός του E. F. Sauerbruch έως και το Μάρτιο του 1928, ολοκληρώνοντας την ειδίκευσή του στη Χειρουργική.

Κατόπιν, στα μέσα του 1928, επέστρεψε στην Ελλάδα, όπου το Φεβρουάριο του 1929 προσλήφθηκε ως διευθυντής στο Χειρουργικό Τμήμα του Δημοτικού Νοσοκομείου «Ελπίς», ενώ στις 19 Απριλίου 1929 έγινε Υφηγητής της Χειρουργικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στις 17 Οκτωβρίου 1930 ανέλαβε και το Τμήμα της Χειρουργικής στην «Αστυκλινική».

Στις 10 Απριλίου 1935 ο Πέτρος Κόκκαλης με τον Νικόλαο Λούρο (1898-1986) και τον Κωνσταντίνο Χωρέμη (1898-1966) διορίσθηκαν τακτικοί Καθηγητές στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών ως αποτέλεσμα των πολιτικών ζυμώσεων, που επακολούθησαν ύστερα από το αποτυχημένο βενιζελογενούς έμπνευσης κίνημα της 1ης Μαρτίου 1935.

Ο Πέτρος Κόκκαλης κατέλαβε την έδρα της Εγχειρητικής και Τοπογραφικής Ανατομικής, καθώς και τη διεύθυνση της Γ΄ Πανεπιστημιακής Χειρουργικής Κλινικής του «Ευαγγελισμού». Η λεωφόρος της επιστημονικής  καθιέρωσης και ιατρικής καταξίωσης είχε ανοίξει πλέον μπροστά του διάπλατα.  

Στις 5 Ιουλίου 1939  εκλέχθηκε στη Β΄ Έδρα της Χειρουργικής Κλινικής και ταυτόχρονα ανέλαβε και τη διεύθυνση της Β΄ Πανεπιστημιακής Χειρουργικής Κλινικής στο «Αρεταίειο» Νοσοκομείο.

Στη συνάφεια αυτή θα πρέπει να εξαρθεί ιδιαίτερα το γεγονός ότι ο Πέτρος Κόκκαλης, εκτός από γενικός Χειρουργός με καινοτόμα ακαδημαϊκή κατάρτιση, προωθημένη οργανωτική αντίληψη και ρηξικέλευθο ερευνητικό έργο, που του επέτρεψαν να θέσει τα θεμέλια σε τέσσερις νέες ειδικότητες της Χειρουργικής στην Ελλάδα, όπως ήταν η θωρακοχειρουργική, η καρδιοχειρουργική, η αγγειοχειρουργική και η νευροχειρουργική, υπήρξε και εμπνευστής και κύριος συγγραφέας του δίτομου συλλογικού συγγράμματος «Χειρουργική» (1934), γνωστού ως η «Χειρουργική των Οκτώ», που είχε την επιμέλεια μαζί με τον Ζαννή Καΐρη και συνέγραψαν από κοινού οκτώ Καθηγητές της Ιατρικής Αθηνών.

Ένα έργο που αποτέλεσε μνημειώδη σταθμό για την ιατρική βιβλιογραφία και την πανεπιστημιακή διδασκαλία της Χειρουργικής της εποχής, δίνοντας ταυτόχρονα έναν αέρα στο δημιουργό του να εισάγει εκείνος πρώτος στην Ελλάδα τη θωρακοπλαστική και τη φρενικοεξαίρεση για τη θεραπεία της φυματίωσης, καθώς επίσης να πραγματοποιήσει την πρώτη πνευμονεκτομή με τη μέθοδο Tourniquet για την αντιμετώπιση της διαπύησης του πνεύμονα και την πρώτη περικαρδιεκτομή για την εκτόνωση της συμπιεστικής περικαρδίτιδας.

 

Στο πλαίσιο της διαχείρισης των εκδοτικών αναγκών και όχι μόνον του συγκεκριμένου εγχειρήματος, ο καθιερωμένος πλέον ακαδημαϊκός δάσκαλος γνώρισε τη Νίκη Κουλέτση (1.4.1913-12.3.1997), την οποία και νυμφεύθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1938, αποκτώντας μαζί της δύο παιδιά, τον Σωκράτη (1939) και την Αυγή-Πολυξένη (1944-2015).

Με την έκρηξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου στις 28 Οκτωβρίου 1940 αποφασίζει να υπηρετήσει την πατρίδα στη γραμμή «των πρόσω», πηγαίνοντας στην Ήπειρο ως σύμβουλος Αρχίατρος της ελληνικής στρατιάς.

 Η κατάρρευση του μετώπου τον Απρίλιο του 1941 τον βρίσκει στα μετόπισθεν και η είσοδος των γερμανικών στρατευμάτων και λίγο αργότερα και των ιταλικών στην Αθήνα του δημιουργεί αλγεινή εντύπωση. Γι’ αυτό και δεν υπογράφει μαζί με άλλους το πρωτόκολλο συνεργασίας που απαίτησαν οι ιταλικές αρχές, πράξη που αποτέλεσε και την απαρχή της αντίστασής του εναντίον των κατακτητών. Ακολούθησαν  φυσικά και άλλες πολλές ακόμη, όπως για να αναφερθεί ενδεικτικά η άρνησή του μαζί με τον Μαρίνο Γερουλάνο (1867-1960) προς τον Αρχίατρο της Luftwaffe στην Αθήνα Wilhelm Tönnis (1898-1978), να ιδρύσουν από κοινού ένα γερμανοελληνικό νευροχειρουργικό κέντρο στο νοσοκομείο «Άγιος Σάββας», προκαλώντας έτσι τη μήνι των κατακτητών, που προσδοκούσαν ευθύς μετά την έλευσή τους μία άλλου είδους συμπεριφορά.

Στις 10 Ιουνίου 1942 με επίκεντρο την περίφημη «Δίκη των τόνων» που είχε κατηγορούμενο τον Καθηγητή Ιωάννη Κακριδή (1901 - 1992), ο οποίος υποστήριζε το αρχαίο ελληνικό άτονο σύστημα, ο Πέτρος Κόκκαλης θεώρησε ηθικό καθήκον του να υποβάλει έγγραφη κατάθεση ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Πανεπιστημίου Αθηνών, υποστηρίζοντας σθεναρά στο πρόσωπο του διωκόμενου συναδέλφου του την ακαδημαϊκή ελευθερία, που τόσα είχε επιβαρυνθεί από την πρόσφατη δικτατορία του Μεταξά αλλά και που τόσα υπέφερε από τα δεινά της Κατοχής.

Η συγκεκριμένη δίκη αποτέλεσε στην τοτινή συγκυρία τη λυδία λίθο με την οποία κρινόταν ο κάθε καθηγητής σε ποια νοοτροπία ανήκε, σε αυτήν του παρωχημένου και της καθυστέρησης ή σε εκείνην της προόδου και της ανανέωσης. Και ο Πέτρος Κόκκαλης φαίνεται πως επέλεξε χωρίς δισταγμούς και αμφιταλαντεύσεις το δρόμο του εκσυγχρονισμού και της αναθεώρησης, μπαίνοντας πλησίστια στο κίνημα του δημοτικισμού και υιοθετώντας στην επικοινωνία του τη δημοτική γλώσσα.

Έτσι, οι ελληνικές κυβερνήσεις των δοσιλόγων τον έθεσαν, όπως ήταν αναμενόμενο, στο στόχαστρό τους με συνέπεια να αρχίσει ήδη από το Μάρτιο του 1942 η σταδιακή αποκαθήλωσή του από τα δημόσια αξιώματα. Στα μέσα του 1943 τον προσέγγισε ο Κωνσταντίνος Τσάτσος (1899 – 1987) και τον ενέταξε στη «Σοσιαλιστική Ένωση» δίπλα στον Αλέξανδρο Σβώλο (1892 - 1956), τον Κωνσταντίνο Καραμανλή (1907 - 1998), τον Άγγελο Αγγελόπουλο (1904 - 1995), τον Ξενοφώντα Ζολώτα (1904 - 2004), τον Πέτρο Γαρουφαλιά (1901 - 1984), τον Γεώργιο Οικονομόπουλο (1903 - 1981) και άλλους επιφανείς.

Μέσω των ανθρώπων αυτών ήλθε σε επικοινωνία με τους κύκλους του ΕΑΜ, προκειμένου να βρουν από κοινού τρόπους συνεργασίας. Η προσπάθεια αυτή όμως δεν ευοδώθηκε και έτσι πήρε την απόφαση αμέσως μετά τον εορτασμό της εθνικής επετείου στις 25 Μαρτίου 1944 να διαφύγει με τη βοήθεια της αγγλόφιλης μυστικής οργάνωσης «Κόδρος» του Παναγιώτη Λυκουρέζου στη Μέση Ανατολή. Ανυπέρβλητες δυσκολίες, ωστόσο, δεν του επέτρεψαν την κάθοδο στην Αίγυπτο και για να αποφύγει το στενό κλοιό της παρακολούθησης από τις γερμανικές μυστικές υπηρεσίες αξιοποίησε τις γνωριμίες που είχε κάνει λίγο νωρίτερα με τους ανθρώπους του ΕΑΜ.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, όταν την επαύριο της 25ης Μαρτίου 1944 ξεκινούσε από το σπίτι του για να πάει στην Αλεξάνδρεια, να βρεθεί στις 2 Απριλίου 1944 λόγω των έκρυθμων καταστάσεων στη Βίνιανη και τους αντάρτες του ΕΛΑΣ.  Εξάλλου, τα αντιναζιστικά του φρονήματα και η εμπλοκή του στο δίκτυο προμήθειας των αντιστασιακών οργανώσεων με ιατροφαρμακευτικό υλικό από τα μεγάλα κρατικά νοσοκομεία ήταν γνωστά στον κατακτητή.

Έτσι, στον πρώτο ανασχηματισμό της Πολιτικής Επιτροπής Εθνικής Απελευθέρωσης (ΠΕΕΑ) στις 19 Απριλίου 1944 ο Πέτρος Κόκκαλης αναλάμβανε το θώκο του Γραμματέα της Κοινωνικής Πρόνοιας και προσωρινά και της Παιδείας. Οι συγκυρίες τον έσπρωχναν πλέον προς την αρένα της πολιτικής.

Το Σεπτέμβριο του 1944 και όσο βρισκόταν στο Φουρνά της Ευρυτανίας  έγινε «αριστίνδην» κομμουνιστής και από εδώ και στο εξής θα ακολουθήσει το δρόμο του με συνέπεια και ευσυνειδησία κοντά στις επιλογές και τη στρατηγική του σοσιαλιστικού κινήματος.

Ο Πέτρος Κόκκαλης θα επιστρέψει στην απελευθερωμένη Αθήνα με το τελευταίο κλιμάκιο του ΕΑΜ στις 16 Οκτωβρίου 1944 και θα βιώσει έντονα την περιπέτεια των Δεκεμβριανών, την εκ νέου αναχώρησή του από την πρωτεύουσα και τη μετάβασή του στα Τρίκαλα, για να επανέλθει τελικά στο σπίτι του μετά την υπογραφή της Συνθήκης της Βάρκιζας (12 Φεβρουαρίου 1945).

Στη συνέχεια, ο κρατικός μηχανισμός θα μεθοδεύσει την απομάκρυνσή του από όλες τις σημαντικές δημόσιες θέσεις που κατείχε και έτσι θα βρεθεί να παλεύει για την επιβίωση τη δική του και της οικογένειάς του. Θα παρατηρήσει ο ίδιος πικρόχολα στο Ημερολόγιό του σε εγγραφή της 11ης Απριλίου 1947 : «Στη ζωή μου έκανα πολλά πράματα. Και καλά, και κακά. Δεν έχει σημασία που μας επαίνεσαν για τα κακά, και μας κατηγόρησαν για τα καλά»!

Στις 24 Μαΐου 1947 με το πλοίο «Κορινθία» θα αποπλεύσει από τον Πειραιά με προορισμό τη Μασσαλία. Στις 25 Αυγούστου της ίδιας χρονιάς θα ακολουθήσει τα βήματά του και η οικογένειά του. Εφόσον συναντηθούν όλοι μαζί θα κατευθυνθούν προς το Βελιγράδι, ενώ ο Εμφύλιος θα βρίσκεται στην κορύφωσή του.

Στις 23 Δεκεμβρίου 1947 ο ραδιοφωνικός σταθμός της «Ελεύθερης Ελλάδας» θα αναγγείλει το σχηματισμό της Προσωρινής Δημοκρατικής Κυβέρνησης (ΠΔΚ) με τον Πέτρο Κόκκαλη να αναλαμβάνει εκ νέου το Υπουργείο της Υγείας και της Κοινωνικής Πρόνοιας. Ο επιφανής Xειρουργός είναι το μοναδικό πρόσωπο που μετέχει σε υπουργικό πόστο της ΠΔΚ το 1947 και είχε εξουσιαστικό ρόλο ως γραμματέας και στην ΠΕΕΑ του 1944.

Το Μάιο του 1948 θα του ανατεθεί και η προεδρία της «Επιτροπής Βοήθεια για το Παιδί» (ΕΒΟΠ), που ήταν ο μηχανισμός του ΚΚΕ για την προστασία των παιδιών και τη διαπεραίωσή τους στις χώρες των Λαϊκών Δημοκρατιών. Στο πλαίσιο της Επιτροπής αυτής ο Πέτρος Κόκκαλης θα δώσει τον καλύτερό του εαυτό, δείχνοντας την περισσή ευαισθησία και τη βαθειά του καλλιέργεια.

Μετά την ήττα του αριστερού κινήματος τον Αύγουστο του 1949 βρέθηκε στα κράτη της Ανατολικής Ευρώπης, πρώτα στην Ουγγαρία και τη Βουδαπέστη μέχρι τις 25 Ιουλίου 1950 και κατόπιν στη Ρουμανία και το Βουκουρέστι. Το κεφάλαιο της έλευσής του στην Ανατολική Γερμανία (DDR) ξεκινά τον Απρίλιο του 1955 και θα είναι και το τελευταίο, το πιο πυκνό σε γεγονότα, σε πολιτικές πρωτοβουλίες και επιστημονικές κατακτήσεις έως το θάνατό του στις 15 Ιανουαρίου 1962.

Ας υπογραμμισθεί πως το Δεκέμβριο του 1950 ορίσθηκε μέλος του Παγκοσμίου Συμβουλίου της Ειρήνης (ΠΣΕ) δίπλα σε προσωπικότητες διεθνούς ακτινοβολίας και κύρους, όπως ο Pablo Picasso (1881 - 1973), η Irène (1897 - 1956) και ο Frédéric (1900 - 1958) Joliot - Curie, ο Yves Montand (1921 - 1991), ο  Louis Aragon (1897 - 1982), ο John Desmond Bernal (1901 - 1971) κ. ά. Στο πλαίσιο των σημαντικών αυτών συναντήσεων ο επιφανής Ιατρός συναναστρεφόταν ανθρώπους της εξουσίας, της επιστήμης και των τεχνών, που είχαν τη  δυνατότητα να τον ενημερώνουν σχετικά με τις παγκόσμιες εξελίξεις.

Από τις 31 Μαΐου 1950 ήδη ο Πέτρος Κόκκαλης έχει εκφράσει την επιθυμία του να επανέλθει στην επιστημονική του δράση. Η συγκυρία για μία τέτοιου είδους ενεργοποίηση προέκυψε ευνοϊκή το Νοέμβριο του 1954, όταν βρέθηκε στη Στοκχόλμη σε μία από τις συναντήσεις του ΠΣΕ δίπλα  στον Γερμανό υπουργό Παιδείας  Paul Wandel (1905-1995) και συζήτησε το θέμα της εγκατάστασής του στην DDR και της απασχόλησής του σε μία θέση ανάλογη με την ιατρική του ιδιότητα.  

Έτσι, τον Απρίλιο του 1955 σηκώνεται η αυλαία της έλευσης του ευπατρίδη Ιατρού και της οικογένειάς του στο Βερολίνο και την 1η Ιουλίου 1955 διορίζεται διευθυντής στο Ινστιτούτο Πειραματικής Χειρουργικής του Κυκλοφορικού Συστήματος της Γερμανικής Ακαδημίας των Επιστημών (Arbeitsstelle für experimentelle Kreislaufchirurgie), το οποίο μετονομάζεται το 1960 σε Ινστιτούτο Πειραματικής Καρδιοχειρουργικής και Αγγειοχειρουργικής (Arbeitsstelle für experimentelle Herz-  und Gefäßchirurgie) και στεγάζεται στο Δημοτικό Νοσοκομείο του Βερολίνου  «Friedrichshain».

Λίγο αργότερα, και ειδικότερα στις 3 Ιουλίου 1957, ο Πέτρος Κόκκαλης διορίζεται  Καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Humboldt με ανάθεση διδασκαλίας στον τομέα της Χειρουργικής και με ισχύ από την 1η Σεπτεμβρίου 1957.

Το κορυφαίο γεγονός στην επιστημονική δράση του ήταν τα πειράματα με τις μεταμοσχεύσεις ζωτικών οργάνων, όπως καρδιάς, πνευμόνων, καρδιάς και πνευμόνων, καθώς και κεφαλών σε σκύλους - πειραματόζωα.

Το συγκεκριμένο κεφάλαιο άνοιξε με την επίσκεψή του στη Σοβιετική Ένωση, και ειδικότερα στη Μόσχα και το Λένινγκραντ, στις 16 Νοεμβρίου 1957, με αφορμή τον επίσημο εορτασμό του ιωβηλαίου των 40 χρόνων από την Οκτωβριανή Επανάσταση ∙ επίσκεψη που διήρκησε έως τα τέλη Ιανουαρίου 1958. Στο πλαίσιο αυτό επισκέφθηκε μία σειρά ερευνητικών ινστιτούτων με επίκεντρο την καρδιά και τις ομόλογες χειρουργικές επεμβάσεις, όπου και γνώρισε τον φυσιολόγο και πειραματιστή Wladimir P. Demichow (1916-1998), ο οποίος είχε ξεχωρίσει για τις μεταμοσχεύσεις ζωτικών οργάνων σε σκύλους αμέσως μετά το Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Έτσι, στις 10 Δεκεμβρίου 1958 και ύστερα από συστηματική προετοιμασία ο  W. P. Demichow μαζί με τον συνεργάτη του Igor A. Sytschenikow (1921-1988) έφθασε στο Βερολίνο και στο Πειραματικό Εργαστήριο του Πέτρου Κόκκαλη. Και αμέσως ξεκίνησαν από κοινού τις μεταμοσχεύσεις, χρησιμοποιώντας το πρόσφατα επινοημένο σοβιετικό εργαλείο συρραφής αγγείων, που αποτελούσε αντικείμενο θαυμασμού από τη διεθνή ιατρική κοινότητα και αποκαλούνταν γι’ αυτό «σπούτνικ της χειρουργικής».

         Για πρώτη φορά οι συγκεκριμένες εγχειρήσεις πραγματοποιούνταν έξω από τη Σοβιετική Ένωση και επίσης για πρώτη φορά μέσα σε γερμανικό έδαφος παρουσία μάλιστα 150 περίπου διακεκριμένων επιστημόνων από άλλες χώρες. Στις 19 Δεκεμβρίου 1958 τα χαρακτηριστικότερα στάδια της μεταμόσχευσης κεφαλής σε σκύλο κινηματογραφήθηκαν για λογαριασμό της γερμανικής τηλεόρασης  και προβλήθηκαν στο κοινό στις 14 Ιανουαρίου και στις 5 Φεβρουαρίου 1959. 

Η δημοσιότητα που έλαβαν τα ιατρικά αυτά επιτεύγματα όχι μόνο στα γερμανικά αλλά στα διεθνή μέσα ενημέρωσης της εποχής υπήρξε ασύλληπτη. Ο νεαρός W. P. Demichow και ο ώριμος Πέτρος Κόκκαλης είχαν αποκτήσει στη συγκεκριμένη συγκυρία την εικόνα ενός επιστημονικού διδύμου με παγκόσμια ακτινοβολία, που προέβαλε τις κατακτήσεις του ως απόδειξη της υπεροχής του σοβιετικού συστήματος απέναντι στην καπιταλιστική Δύση.

Ο Πέτρος Κόκκαλης πρόσφερε στον Σοβιετικό φυσιολόγο το περιεχόμενο και τη νομιμοποίηση της γερμανικής μεθοδολογίας, που εκείνος στερούνταν. Από εδώ και στο εξής το αστέρι του μεσουράνησε στο διεθνές ιατρικό στερέωμα και οι προσκλήσεις που λάμβανε από τα σημαντικότερα ευρωπαϊκά χειρουργικά κέντρα διαδέχονταν η μία την άλλη.

Ας υπογραμμισθεί ότι οι πειραματικές αυτές προσπάθειες προλείαναν αποφασιστικά το έδαφος για την πρώτη πετυχημένη μεταμόσχευση ανθρώπινης καρδιάς στο Louis Washkansky, που πραγματοποίησε στο Κέιπ Τάουν λίγα χρόνια αργότερα, και ειδικότερα στις 3 Δεκεμβρίου 1967, ο Νοτιοαφρικανός Χειρουργός Christiaan Barnard (1922-2001).

Το ίδιο σημαντικές ήταν ακόμη οι σχέσεις του Αραχωβίτη Ιατρού τόσο με τους Έλληνες διανοούμενους, πολιτικούς και εικαστικούς, όπως ο Νίκος Καζαντζάκης (1883 - 1957), ο Τάκης Χατζής (1913 - 1981), η Μέλπω Αξιώτη (1905 - 1973), ο Γιώργης Αθανασιάδης (1897 - 1970), ο Γιάννης Μηλιάδης (1895-1975), ο Ιωάννης Κακριδής, ο Αλέξης Πάρνης (1924), ο Μαρίνος Γερουλάνος, ο Βασίλειος Γριπονησιώτης (1910-1993), ο Γεώργιος Παπανδρέου (1888-1968), ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος (1902-1986), ο Δημήτριος Παπασπύρου (1902-1987), ο Γιώργος Μπουζιάνης (1885-1959), όσο και με τους ανά την υφήλιο φίλους του, όπως ο Rudolf Nissen (1896-1981), ο Berthold Brecht (1898 - 1956), η Helene Weigel (1900 - 1971), η Carola Nehr (1900-1942), η Αnna Seghers (1900 - 1983), ο Arnold Zweig (1887 - 1968), ο Nazim Hikmet (1902 - 1963) κ.ά.

Το πολυπρόσωπο αυτό πανόραμα των κοινωνικών επαφών και διασυνδέσεων του διεθνώς πλέον καθιερωμένου Ιατρού αποκαλύπτει έναν πολυσχιδή, στοχαστικό, οξυδερκή, τολμηρό, ταλαντούχο και βαθειά καλλιεργημένο άνθρωπο με ξεχωριστό ενδιαφέρον και γνώσεις για όλες τις μορφές των τεχνών, με περισσότερο εύγλωττη τη φιλική του σχέση με τον κατ' εξοχήν Ευρωπαίο εκφραστή του εξπρεσιονισμού Γιώργου Μπουζιάνη.

Την ίδια άποψη φαίνεται να υποστηρίζει γλαφυρά και ο στενός του φίλος Νικόλαος Λούρος, παρατηρώντας ότι «είχε όμως και κάποια επαναστατική  για την εποχή εκείνη φλέβα. Θυμάμαι τους ενθουσιασμούς του για τον Κάφκα και το ζωγράφο Κόκοτσκα, και αργότερα για το δικό μας τον Μπουζιάνη, που του είχε κάνει και το πορτρέτο του». Μία επαναστατική φλέβα, για να προεκτείνουμε ακόμη περισσότερο τη σκέψη του τελευταίου, που λες και συνέδεε με αδιόρατο τρόπο τον Πέτρο Κόκκαλη με τον μεγάλο επαναστάτη Λένιν (1870-1924), όταν το 1916 οι δύο άνδρες γνωρίζονταν στη Ζυρίχη μέσω του σπουδαίου Αβροτέλη Ελευθερόπουλου (1869-1963).

Τη Δευτέρα 15 Ιανουαρίου 1962 το φως της ζωής του Πέτρου Κόκκαλη έσβησε  στο Βερολίνο, την πόλη που τόσο πολύ αγάπησε και τόσα πολλά χρόνια έζησε, πάνω στο βωμό του χρέους και του καθήκοντος, αφήνοντας ένα δυσαναπλήρωτο κενό τόσο στους δικούς του ανθρώπους όσο και στην παγκόσμια επιστημονική κοινότητα. Η σορός του μεταφέρθηκε στην Ελλάδα, σύμφωνα με επιθυμία του ιδίου, και τάφηκε στις 29 Ιανουαρίου 1962 στην αττική γη με άδεια που έδωσε προσωπικά ο τότε Πρωθυπουργός της χώρας και παλαιός του γνώριμος Κωνσταντίνος Καραμανλής.

Ενδεικτικό της αγάπης και του πάθους που έτρεφε για την πατρίδα είναι οι σκέψεις που αποθησαύρισε ο Στρατής Τσίρκας (1911 - 1980) σε επιφυλλίδα που έγραψε στην «Αυγή» της 4ης Φεβρουαρίου 1962 με τίτλο «"Μηδέν άγαν, Αύγουστε!" (Μια ανάμνηση από τον Κόκκαλη στο Βερολίνο)». Ο Αλεξανδρινός λογοτέχνης τον γνώρισε στο Συνέδριο για τη Βυζαντινή και Νεοελληνική Λογοτεχνία τον Απρίλιο του 1957 στο Βερολίνο, που οργάνωσε η Γερμανική Ακαδημία των Επιστημών και ως τελευταία σκέψη του ευχήθηκε: «Καλή πατρίδα οικογενειακώς» για να λάβει από τον Πέτρο Κόκκαλη την απάντηση : «Αμήν, αγαπητέ μου. Μ’ αυτή την ελπίδα ζούμε όλοι…».

«Από τότε δεν τον ξαναείδα» κατέληξε ο Αιγυπτιώτης λόγιος.

Και κλείνοντας να υπενθυμίσω την αγαπημένη ρήση του Μεγάλου Διδασκάλου της Ιατρικής με τις ανθρωπιστικές ευαισθησίες και το κοινωνικό όραμα  Πέτρου Κόκκαλη, που άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του χαρίσματός του στην ελληνική και παγκόσμια Χειρουργική του 20ού αιώνα:

         

«Όταν ζητάς να μιλήσεις θα πρέπει αυτό που θα πεις να είναι κάτι τι παραπάνω από τη σιωπή»!